ἔκγονος

ἔκγονος
-ος,-ον + A 12-2-8-6-5=33 Gn 48,6; Dt 7,13; 28,4.11(bis)
born of, spring from, young Is 11,8; ἔκγονον generation Prv 30,11; οἱ ἔκγονοι descendants 2 Mc 1,20;
τὰ ἔκγονα offspring Gn 48,6
τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας σου the offspring of your body Dt 7,13
→ TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ἔκγονος — born of masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκγονος — ο (AM ἔκγονος, ον και ἔκγονος, η, ον) 1. απόγονος 2. ο εγγονός αρχ. 1. ως ουσ. τέκνο, παιδί κάποιου, γιος ή κόρη («Τυδέος ἔκγονός ἐσσι») 2. φρ. α) «ἔκγονοι ἐκγόνων» παιδιά τών παιδιών, εγγόνια β) αυτός που προέρχεται, προκαλείται από κάπου… …   Dictionary of Greek

  • ἐκγόνω — ἔκγονος born of masc/fem/neut nom/voc/acc dual ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκγονον — ἔκγονος born of masc/fem acc sg ἔκγονος born of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοις — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισι — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνοισιν — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνου — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνους — ἔκγονος born of masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνων — ἔκγονος born of masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκγόνῳ — ἔκγονος born of masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”